Ολυμπία

Αρχαίο θρησκευτικό κέντρο στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, όπου υπήρχε περίφημο ιερό του Δία και όπου γεννήθηκαν και διεξάγονταν έως το 393 μ.Χ. οι Ολυμπιακοί αγώνες. Επί χίλια και πλέον χρόνια η Ο. υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένα ιερό: υπήρξε σύμβολο, ιδέα προς την οποία έτειναν οι ευγενέστερες φιλοδοξίες του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Χάρη στη μαγνητική ακτινοβολία των αγώνων της, στάθηκε η μοναδική εστία ικανή να τραβήξει γύρω της ολόκληρο τον ελληνισμό, σύσσωμο και ενιαίο, και να τον κινήσει, κάτω από την κρίση του ισχυρότερου θεού, του Δία, σε μια ευγενή άμιλλα για το ωραίο και το υψηλό. Μεγαλύτερη δόξα δεν μπορούσε να περιμένει θνητός από το να στεφτεί ολυμπιονίκης μπροστά στον ναό του Δία. Η νίκη τον ανέβαζε σε υπερανθρώπινα ύψη και η πόλη του γκρέμιζε ένα μέρος από τα τείχη της, που θα της ήταν πια περιττά αφού είχε τέτοιους πολίτες. Πανίσχυροι ηγεμόνες αγωνίστηκαν για τον κότινο της O., ενώ πόλεις και άτομα κόσμησαν τον ιερό χώρο με προσφορές αμύθητης αξίας, υλικής και καλλιτεχνικής. Η Ο., τέλος, έγινε ο τόπος όπου ενσαρκώθηκε η κατεξοχήν ελληνική ιδέα του καλού κάγαθού. Οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η άνοδος του περιφερειακού αυτού ιερού σε τέτοιο ύψος, χωρίς να είναι εύκολο να καθοριστούν απόλυτα και να απαριθμηθούν, θα μπορούσαν να αναζητηθούν στις πολιτικές τύχες της περιοχής γενικότερα, στην ιερότητα του ίδιου του χώρου της Άλτεως, δηλαδή στην παλαιότητα και στη συνέχεια που είχε εκεί η λατρεία, στη θέση που κατείχε μέσα στο ελληνικό πάνθεο ο θεός του ιερού, ο Δίας και τέλος σε αυτή την ίδια τη συστηματική οργάνωση των αγώνων από τους Ηλείους και στην κατάλληλη προβολή τους ανά τον κόσμο. Μυθολογία-ιστορία. Η περιοχή όπου βρισκόταν το ιερό της O., μια περιοχή χαμηλών λόφων με αμπέλια και ελιές, που τη διασχίζει ο Αλφειός, το μεγαλύτερο ποτάμι της Πελοποννήσου, 15 χλμ. πριν εκβάλει στο Ιόνιο, ανήκε, πριν από τη δωρική εισβολή, στην κυριαρχία της πόλης Πίσας. Οι Πισάτες ήταν Αχαιοί, όπως και οι Επειοί, οι οποίοι κατείχαν την πεδιάδα που διαρρέει βορειότερα ο Πηνειός. Στη θέση του ιερού, και συγκεκριμένα στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του λόφου, που αργότερα πήρε την ονομασία Κρόνιον, υπήρχε ανάμεσα στους βράχους ένα βαθύ χάσμα, το οποίο στα νεότερα χρόνια καταχώθηκε και εξαφανίστηκε. Σύμφωνα με την πανάρχαια δοξασία, ότι από τέτοια χάσματα αναδύονται οι υπερφυσικές δυνάμεις που εδρεύουν στα έγκατα της γης, οι Πισάτες είχαν εγκαταστήσει εκεί λατρεία της Γης με τη μορφή μαντείου. Ακριβώς όπως και στους Δελφούς, η παλαιότερη πρώτη λατρεία στην Ο. είναι η λατρεία της Γης και η ιερότητα του τόπου έχει επίσης τις ρίζες της στην ύπαρξη του χάσματος και στη λειτουργία του μαντείου. Κατά μία εκδοχή, και η ονομασία Ο. είναι προελληνική, όπως και ο ιερός χαρακτήρας του ιερού: προέρχεται από τη λέξη όλυμπος, που σημαίνει όρος, και ήταν αρχικά επίθετο της λατρευόμενης εκεί Γης: ολυμπία Γη. Οπωσδήποτε από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ. ο χώρος της Ο. (η περιοχή είχε κατοικηθεί περίπου από το 2500 π.Χ.) ήταν ιερός χώρος λατρείας της Γης και των ζωοποιών της δυνάμεων. Έτσι δεν ήταν δυνατό παρά να ελκύσει το ενδιαφέρον των νέων κατακτητών, των Ηλείων, οι οποίοι με τη δωρική εισβολή του 12oυ αι. π.Χ. πέρασαν στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, έφτασαν άνετα μέχρι τον Αλφειό εκτοπίζοντας τους παλιούς Επειούς, εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα που πήρε το όνομά τους, κατέστησαν τον Αλφειό νότιο όριο του κράτους τους και ανάγκασαν τους παλιούς Αχαιούς κατοίκους, τους Επειούς και τους Πισάτες, να ζητήσουν καταφύγιο πέρα από το ποτάμι, στην Τριφυλία και στα βουνά της Αρκαδίας. Το ιερό, πλάι στον Αλφειό και πάνω στα σύνορα Ήλιδας και Πισάτιδας, πέρασε πλέον στην κατοχή των Ηλείων, αλλά οι πρώτοι κύριοί του, οι Πισάτες, δεν ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν το γεγονός και έτσι συνέχισαν επί αιώνες με πάθος τους αγώνες για να ανακτήσουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα· μάλιστα από το 668 έως το 572 π.Χ. κατόρθωσαν να οργανώσουν αυτοί τους αγώνες, παρά το ότι στο μεταξύ είχαν καθυποτάξει, και μάλιστα σκληρά, οι Ηλείοι. Αυτοί πάλι, αντιμετωπίζοντας τη συνεχή διεκδίκηση των Πισατών, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να νομιμοποιήσουν και να κατοχυρώσουν μια για πάντα τα δικαιώματα τους σε ότι αφορά το ιερό. Έτσι επέβαλαν τη λατρεία της δικής τους θεότητας, του άρρενος θεού του κεραυνού, του Δία. Αργότερα αιτιολόγησαν την παρουσία του νέου θεού στο ιερό, δείχνοντας πλάι στον μεγάλο βωμό, τον βωμό του Δία Καταιβάτου, ως θέση παμπάλαιου ενηλύσίου (τόπου λατρείας σημαδεμένου από την πτώση κεραυνού). Ευφυώς φερόμενοι δεν κατήργησαν την παλιά λατρεία της Γης, αλλά προσάρτησαν το μαντείο της, το οποίο από αυτό το σημείο και μετά λειτούργησε ως μαντείο του Δία, με δύο μάντεις οιωνοσκόπους και σπλαχνόπτες από τα γένη των Πισατών Ιαμιδών και των Ηλείων Κλυτιδών. Μια συναφής προελληνική λατρεία της Γης, στους πρόποδες του Κρονίου, ως Μητρός Γης και θεάς της αναγεννώμενης φύσης μετατράπηκε σε λατρεία της Ειλειθυίας και του γιου της Σωσιπόλιδας, τον οποίο λάτρευαν, με μορφή φιδιού, στην Ήλιδα, ως προστάτη δαίμονα της πόλης. Με το ίδιο πνεύμα διαδίδονται τώρα νέοι μύθοι ή μεταπλάθονται οι παλιοί. Πίσω από τα πρόσωπα του τοπικού μύθου της αρματοδρομίας μεταξύ Οινομάου και Πέλοπα και του γάμου του τελευταίου με την Ιπποδάμεια κρύβονται μυκηναϊκές λατρείες των ευγενών της Πίσας, αναφερόμενες σε έναν τοπικό θεό Οινόμαο, αντίστοιχο του Διόνυσου, σε έναν επίσης αγροτικό θεό Πέλοπα και σε μια θεότητα της βλάστησης Ιπποδάμεια, αντίστοιχη της μυκηναϊκής Ήρας. Ο μεταγενέστερος ηλειακός μύθος υποβιβάζει τα πρόσωπα αυτά στην υπόσταση των θνητών ηρώων και οι κύριοι του ιερού Ηλείοι εντοπίζουν τους τάφους τους μέσα στον χώρο της Άλτεως (Πελόπιον, Ιπποδάμειον, κατακεραυνωθείσα οικία του Οινομάου). Ο μυκηναϊκής επίσης προέλευσης Ιδαίος Ηρακλής, ιδρυτής, κατά τις παραδόσεις των Πισατών, των αγώνων και του ιερού, υποκαθίσταται, κατά την ηλειακή μυθολογία, στα ίδια έργα από τον Θηβαίο Ηρακλή, γιο του νέου κυρίου του ιερού, του Δία. Παράλληλα, και με τον ίδιο πάντα σκοπό, τον πλήρη έλεγχο του ιερού και του μαντείου, οι Ηλείοι άρχισαν να προπαγανδίζουν τους αγώνες έξω από τα σύνορα της χώρας τους. Αγώνες γίνονταν στο ιερό πολύ πριν από το 776 π.Χ. που αναφέρει η παράδοση ως αρχή των Ολυμπιάδων. Στην πραγματικότητα η χρονολογία αυτή, καθώς και το όνομα του Ηλείου βασιλιά Ιφίτου συνδέονται με τη συστηματική εφαρμογή ενός μεγαλεπήβολου προγράμματος αξιοποίησης των αγώνων με προσέλκυση αθλητών και επισκεπτών από άλλα μέρη του ελληνικού κόσμου: ο Ίφιτος συνήψε συνθήκη ειρήνης με τον Λυκούργο της Σπάρτης και τον Κλεοσθένη της Πίσας θέτοντας έτσι τη βάση της πανελλήνιας ιερής εκεχειρίας, που τηρήθηκε αυστηρά σε όλη την αρχαιότητα και ήταν η καλύτερη εγγύηση για την επιτυχία του προγράμματος. Ηλείοι κήρυκες διαλάλησαν ανά τις ελληνικές πόλεις την πρόσκληση του Δία για συμμετοχή στους αγώνες του ιερού του και το κήρυγμα τους βρήκε απήχηση σε ολοένα ευρύτερο γεωγραφικό κύκλο. Από τη στιγμή αυτή η Ο. δεν ήταν ένα απλό ιερό που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της περιοχής του, αλλά άρχισε να εξελίσσεται ταχύτατα σε κέντρο πανελλήνιας σημασίας. Στα επόμενα εκατό χρόνια το ιερό περιήλθε πάλι στον έλεγχο των Πισατών, οι οποίοι δεν εννοούσαν να το διαγράψουν από τις διεκδικήσεις τους. Πιστοί στις μυκηναϊκές παραδόσεις της λατρείας της Μητέρας θεάς, οι Πισάτες ίδρυσαν τον πρώτο ναό του ιερού, τον ναό της Ήρας, την οποία οι Ηλείοι είχαν υποτάξει κατά τη γεωμετρική εποχή στην εξουσία του πολεμικού τους θεού. Ο πλούτος και η προέλευση των προσφορών κατά την εποχή αυτή μαρτυρούν πως η φήμη των αγώνων είχε πια απλωθεί ευρύτατα. Όταν αργότερα οι Ηλείοι απέσπασαν πάλι την O., δεν λυπήθηκαν τα έξοδα προκειμένου να λαμπρύνουν όσο μπορούν περισσότερο το ιερό και να συναγωνιστούν με τον τρόπο αυτό τους προκατόχους τους. Οι αγώνες άρχισαν πλέον να οργανώνονται με αυστηρούς κανονισμούς και το ιερό έφτασε στο ύψιστο σημείο της ακμής του. Έτσι η γεμάτη πείσμα διαμάχη μεταξύ Πισατών και Ηλείων για την κυριότητα της μεθοριακής περιοχής της Ο. ήταν κατά μεγάλο μέρος η αιτία της ανάπτυξης του ιερού: αρκεί να σημειωθεί μόνο ότι οι Πισάτες ως κύριοι του ιερού ίδρυσαν τον πρώτο μεγαλοπρεπή ναό τους προς τιμήν της Ήρας και οι Ηλείοι τον πρώτο περικαλλή ναό του Δία από τα λάφυρα της νίκης τους εναντίον των Πισατών. Η ίδια σκληρή και μακροχρόνια διαμάχη Ηλείων και Πισατών εξηγεί πως η Ήλις, παρά το ότι βρισκόταν τόσο μακριά από το ολυμπιακό ιερό, έγινε ο επίτροπος και αυτού και των αγώνων του. Τελικά, μαζί με το ιερό η Ήλις κέρδισε και κάτι ακόμα σημαντικότερο: την ουδετερότητα και το απαραβίαστο του εδάφους της. Χάρη στην Ο. η γη της Ηλείας θεωρήθηκε ιερή και έμεινε ασφαλής και μακάρια έξω από τα προβλήματα του υπόλοιπου ελληνισμού. Ανεξάρτητα όμως από το ποιος είχε αναλάβει κάθε φορά την οργάνωση των αγώνων και άσχετα προς την επιτυχή προπαγάνδα που ασκούσαν οι οργανωτές τους, τη μοίρα της Ο. καθόρισε βασικά και πρωταρχικά το είδος και ο βαθμός έντασης του θρησκευτικού συναισθήματος: το ιερό και οι αγώνες έφτασαν στο ύψιστο σημείο της ακμής τους τον 5o αι. π.Χ., μεταξύ των μηδικών και του πελοποννησιακού πόλεμου, όταν και το θρησκευτικό φρόνημα έβρισκε τη δυνατότερη έκφραση του σε έργα όπως οι πινδαρικές ωδές και ο φειδιακός Δίας. Κατά τον 4ο και 5ο αι. π.Χ. τόσο το ιερό όσο και οι αγώνες έφτασαν στο απόγειο της ακμής τους. Η μεγαλοπρέπεια των νέων κτιρίων, ο πλούτος των αναθημάτων, η λαμπρότητα των αγώνων και των άλλων εκδηλώσεων ανύψωσαν την Ο. σε πανελλήνιο πνευματικό και πολιτικό κέντρο. Έργα διάσημων καλλιτεχνών, όπως του Ονάτα, του Πυθαγόρα, του Μύρωνα, του Πολυκλείτου, του Φειδία, του Παιωνίου, του Πραξιτέλη, του Λυσίππου και του Λεωχάρη περιλήφθηκαν στη διακόσμηση των ιερών κτιρίων και του υπαίθριου χώρου μέσα στην Άλτι. Φιλόσοφοι όπως ο Αναξαγόρας, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης πέρεσαν από την Ο. Σοφιστές, όπως ο Πρόδικος, ο Γοργίας, ο Ιππίας, και ρήτορες, όπως ο Λυσίας και ο Ισοκράτης εκφώνησαν λόγους μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος των επισκεπτών των αγώνων. Ο Αρχίλοχος, ο Σιμωνίδης, ο Βακχυλίδης, ο Πίνδαρος ύμνησαν ολυμπιονίκες στην Ο. και ο Ηρόδοτος διάβασε ένα μέρος της ιστορίας του από τον οπισθόδομο του ναού του Δία. Για την Ο. ήταν βαθιά ριζωμένη η πίστη ότι ο Δίας ήταν ο απόλυτος κύριός της. Τα πάντα γίνονταν εκεί υπό το άγρυπνο βλέμμα του και όλα ήταν αφιερωμένα σε αυτόν: οι τελετουργίες, τα έργα της τέχνης, οι αγώνες, οι αγωνιζόμενοι· η επισημότερη ιερουργία ήταν η θυσία στον μεγάλο βωμό του· το Στάδιο ήταν μέσα στον ίδιο τον χώρο της Άλτεως, ο οποίος ήταν ιερός, κατοικία των θεών μόνο, από όπου αποκλείονταν οι θνητοί (ακόμα και τα ενδιαιτήματα των ιερέων ήταν έξω από τον περίβολο της Άλτεως)· ο νικητής είχε συνείδηση ότι η στέψη του ήταν η μυστική ένωσή του με τον ίδιο τον θεό, στον οποίο από τη στιγμή εκείνη ανήκε ως εκλεκτός του. Οι αγώνες είχαν στην Ο., περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ιερό χαρακτήρα· ήταν θρησκευτική πράξη σε έναν ιερό τόπο προς τιμήν του θεού. Η ιερότητα αυτή αποτελούσε ισχυρότατη εγγύηση για το υψηλό φρόνημα και των αθλητών και των κριτών και των θεατών και για την πνευματική ακτινοβολία των αγώνων. Αν σε αυτά προστεθεί και η επιβολή που ασκούσε στη θρησκευτική συνείδηση όλων των Ελλήνων η οντότητα του Δία ως του ισχυρότερου των θεών, του «πατρός ανδρών τε θεών τε», θα εννοηθεί καλύτερα πως το ιερό του έγινε ο τόπος του κοινού προσκυνήματος όλων των Ελλήνων και οι αγώνες του ο λαμπρότερος τρόπος έκφρασης της πνευματικής ενότητας και της ακμής του ελληνικού κόσμου. Η γενικότερη πνευματική κρίση που εμφανίστηκε από τον 4o αι. π.Χ. είχε άμεσο και ολοφάνερο αντίκτυπο στην O. Τόσο η μορφή του ιερού όσο και ο χαρακτήρας των αγώνων αλλοιώθηκαν και αναφάνηκαν τα συμπτώματα της παρακμής: το Στάδιο απομονώθηκε από την Άλτι· η ιερά εκεχειρία παραβιάστηκε το 420 π.Χ. με την απειλή των Σπαρτιατών και κυρίως το 364 π.Χ. με τις φονικές μάχες μεταξύ Αρκάδων και Ηλείων μέσα στην ίδια την Άλτι· οι Ζάνες (χάλκινα αγάλματα του Δία που κατασκευάζονταν από τα πρόστιμα που επέβαλλαν οι ελλανοδίκες στους αθλητές που παρέβαιναν τον ολυμπιακό νόμο) μαρτυρούν κρούσματα διαφθοράς μεταξύ αθλητών και κριτών· οι ιεροί αγώνες μεταβλήθηκαν βαθμιαία σε επαγγελματικό αθλητισμό. Η Ο. συμμετείχε πλέον στη γενικότερη θρησκευτική παρακμή του ελληνισμού. Η υποδούλωση στους Ρωμαίους και η πολιτική παρακμή της χώρας είχαν νέους θλιβερούς αντίκτυπους στην ιστορία του ιερού. Ήδη το 312 π.Χ. ο στρατηγός του Αντίγονου Τελεσφόρος είχε εισβάλει στην Ο. και είχε λεηλατήσει τα ταμεία του ιερού. Ακολούθησε αργότερα στη λεηλασία των ταμείων και στην αρπαγή έργων τέχνης ο Σύλλας ο οποίος το 80 π.Χ. γιόρτασε τους Ολυμπιακούς αγώνες στη Ρώμη ως επινίκια του μιθριδατικού πολέμου. Ο Νέρων μετέφερε στη Ρώμη τα έργα τέχνης και ανακηρύχθηκε, όπως και ο Τιβέριος και ο Γερμανικός, ολυμπιονίκης. Μια αναγέννηση των αγώνων, και παράλληλα επισκευές, επεκτάσεις και εκσυγχρονισμοί των κτιρίων σημειώθηκαν στην εποχή του φιλέλληνα Αδριανού (117-138 μ.Χ.). Το τέλος στη μακραίωνη ιστορία της Ο. σήμανε η επιδρομή των Ερούλων (267 μ.Χ.). Οι αρχές του ιερού, για να περισώσουν τον ναό με το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, κατέστρεψαν τα περισσότερα άλλα ιερά κτίρια και έχτισαν προστατευτικό τείχος γύρω από τον ναό του Δία και το Βουλευτήριον. Η Ο. θα φυτοζώησε έως το 393 μ.Χ., οπότε και πραγματοποιήθηκε η 291η ολυμπιάδα, η τελευταία, επί Θεοδοσίου A’. Οι αγώνες τώρα απαγορεύτηκαν. Δύο χρόνια αργότερα το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κάηκε σε πυρκαγιά. Το 426 μ.Χ. κάηκε, με διάταγμα του Θεοδοσίου B’, και ο ναός του Δία στην Ολυμπία. Την καταστροφή θα ολοκλήρωσαν δύο φοβεροί σεισμοί, το 522 και το 551. Στα ερείπια του ιερού εγκαταστάθηκε τώρα μια μικρή χριστιανική κοινότητα, που έχτισε μια μικρή εκκλησία στη θέση του εργαστήριου του Φειδία, και ακολούθησε ένας σλαβικός συνοικισμός. Την εξαφάνιση ολοκλήρωσαν οι πλημμύρες του Αλφειού και του Κλαδέου, που σκέπασαν κατά τον Μεσαίωνα τα αρχαία με μια παχιά επίχωση. Έτσι έμειναν έως το 1829 οπότε και άρχισαν οι πρώτες ανασκαφές. Αρχαιολογία-μνημεία. Οι πρώτες ανασκαφές στην Ο. πραγματοποιήθηκαν το 1829 στην περιοχή του ναού του Δία από μέλη της Expedition Scientifique de Moree. Από το 1875 ανέλαβε τη συστηματική ανασκαφή των ερειπίων το γερμανικό κράτος διά του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, τα μέλη του οποίου συνεχίζουν μέχρι σήμερα τη μελέτη και δημοσίευση των ευρημάτων. Τα πρωτοελλαδικά αγγεία που βρέθηκαν στη βόρεια πλευρά του Σταδίου αποδείκνύουν πως η περιοχή του ολυμπιακού ιερού είχε κατοικηθεί από το 2500 π.Χ. Τα αψιδωτά κτίσματα ΝΑ του Ηραίου και οι μυκηναϊκοί τάφοι στην περιοχή του νέου μουσείου είναι κατάλοιπα εγκαταστάσεων της 2ης χιλιετίας π.Χ. . Ασφαλείς όμως ενδείξεις ύπαρξης λατρευτικού κέντρου στη θέση του ιερού δεν υπάρχουν παρά μόνο μετά τν 12o αι. π.Χ. Στο Πελόπιον, τον τύμβο του Πέλοπα, ένα γήλοφο διαμέτρου 31-34 μ. με εξαγωνικό περίβολο (τον 5o αι. μ.Χ. προστέθηκε στα Δ πρόπυλο το οποίο στα ρωμαϊκά χρόνια επισκευάστηκε) βρέθηκε κενοτάφιο χρονολογούμενο περίπου το 1100 π.Χ., ενώ τα παλαιότερα αναθήματα στο ιερό ανάγονται στον 11o και 10o αι. π.Χ. Από το είδος των αναθημάτων αυτών συμπεραίνεται ότι ήδη στην πρωτογεωμετρική εποχή διεξάγονταν κοντά στο Πελόπιον αρματοδρομίες προς τιμήν του Πέλοπα· αυτές ήταν και οι πρώτοι ολυμπιακοί αγώνες. Έως τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. δεν υπήρχαν ναοί ή άλλα κτίρια στον χώρο του ιερού, παρά μόνο η Άλτις, ένα άλσος με αγριελιές γύρω από τον τύμβο του Πέλοπα και τον βωμό του Δία, ο οποίος είχε σχηματιστεί από τη στάχτη των θυσιαζόμενων ζώων. Το ιερό αναπτύχθηκε και μάλιστα με γοργό ρυθμό, κατά τον 7o και τον 6o αι. π.Χ. Στα μέσα περίπου του 7ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκε το πρώτο κτίριο της Άλτεως, ο παλιός ναός της Ήρας. Περίπου το 600 π.Χ. στη θέση του πρώτου αυτού ναού οι Πισάτες έχτισαν νέο, αφιερωμένο πάλι στην Ήρα. Ήταν περίπτερος δωρικός, με 6 x 16 ξύλινους κίονες –τους οποίους αντικατέστησαν σταδιακά λίθινοι– στενόμακρος (50 x 18,75 μ.) και χαμηλός (περίπου 7,50 μ.) με πλίνθινα τα επάνω τμήματα των τοίχων και ξύλινο θριγκό. Το εσωτερικό χωριζόταν με δύο κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη. Μικροί εγκάρσιοι τοίχοι πίσω από κάθε δεύτερο κίονα σχημάτιζαν δεξιά και αριστερά 4-5 κόγχες. Στο βάθος του σηκού υπήρχαν τα λατρευτικά αγάλματα της Ήρας καθιστής και του Δία όρθιου με κράνος. Toν 2o αι. μ.Χ. ο ναός θα μεταβλήθηκε σε θησαυροφυλάκιο για τα παλιά πολύτιμα κειμήλια του ιερού. Τον 6o αι. π.Χ. οι Ηλείοι χτίζουν το Πρυτανείον και το Βουλευτήριόν τους. Από το Πρυτανείον, που υπέστη μετατροπές στα ρωμαϊκά χρόνια, σώζονται τα θεμέλια εσωτερικού τετράγωνου δωματίου με τον βωμό, όπου έκαιε το πυρ της κοινής εστίας των Ηλείων, και τα θεμέλια περιστύλιου στα Β και δωματίων στα Δ, όπου ήταν οι χώροι εστιάσεων και τα μαγειρεία. Από το Βουλευτήριον, που ήταν η έδρα της Βουλής των Ηλείων, η έδρα των Ελλανοδικών και το μέρος όπου φύλαγαν τα αρχεία των αγώνων, σώζονται δύο ομοιόμορφα επιμήκη αψιδωτά κτίρια με υπαίθρια αυλή μεταξύ τους και ιωνική στοά ανατολικά. Στην κεντρική αυλή του Βουλευτηρίου βρισκόταν ο βωμός του Ορκίου Δία, όπου ορκίζονταν οι αθλητές. Με την αύξηση του αριθμού των αγωνισμάτων δημιουργήθηκε και το πρώτο Στάδιο μέσα στην Άλτι. Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. κατασκευάστηκε άλλο στην ίδια θέση και στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. αι. ανακατασκευάστηκε (μπορούσε να χωρέσει 40.000 άτομα) για να πάρει τη μορφή με την οποία σήμερα, με τις προσθήκες των ρωμαϊκών χρόνων και τη θολωτή είσοδο (κρυπτή) των ελληνιστικών. Τα δύο παλαιότερα στάδια έφταναν μέσα στην Άλτι, περίπου 80 μ. δυτικότερα και 9 μ. νοτιότερα από το τελευταίο. Εδώ σώζονται ο λίθινος αγωγός του νερού που πλαισιώνει τον στίβο και οι επίσης λίθινες γραμμές της αφετηρίας και του τέρματος. Η μεταξύ τους απόσταση είναι 192,27 μ., δηλαδή ένα ολυμπιακό στάδιο ή 600 πόδες· στη νότια πλευρά σώζονται το Βήμα των Ελλανοδικών με καθίσματα πίσω από παλιό περίφραγμα και σχεδόν απέναντι ο βωμός, από όπου η ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης παρακολουθούσε τους αγώνες. Toν 2o αι. μ.Χ. τοποθετήθηκαν για πρώτη φορά πέντε σειρές ξύλινα καθίσματα στο βόρειο ανάχωμα. Την ίδια περίπου περίοδο (6ος και αρχές 5ου αι. π.Χ.) οι διάφορες πόλεις, ίδρυσαν στους πρόποδες του Κρονίου τους θησαυρούς, μια σειρά δώδεκα ναΐσκων, για να στεγάσουν εκεί τα πλούσια αναθήματά τους. Η βαθμιδωτή κρηπίδα από την πλευρά της Αλτεως κατασκευάστηκε μετά το 330 π.Χ. Επειτα χτίστηκε ο ναός του Δία. Μεταξύ των ετών 472-468 π.Χ. οι Ηλείοι κατέβαλαν οριστικά τις προδωρικές κοινότητες της Πισάτιδας και της Τριφυλίας και εξασφάλισαν την απόλυτη κυριότητα του ιερού της Ο. Με τα λάφυρα του νικηφόρου αυτού πόλεμου ίδρυσαν το ναό του Δία και έδωσαν μεγαλοπρεπέστερη μορφή στο στάδιο. Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε το 456 π.Χ. Αρχιτέκτονας ήταν ο Ηλείος Λίβων, ο οποίος χρησιμοποίησε ως υλικό τον ντόπιο κογχυλιάτη με επίχρισμα λευκής μαρμαροκονίας, ενώ η κεράμωση και ο γλυπτός διάκοσμος ήταν μαρμάρινα. Ο ναός ήταν δωρικός περίπτερος με 6 x 13 κίονες, συνολικό ύψος πάνω από 20 μ. και διαστάσεις στυλοβάτου 64,12 x 27,68 μ. Ήταν προσιτός με κεκλιμένο επίπεδο από την ανατολική πλευρά. Ο πρόδομος και ο οπισθόδομος είχαν από δύο κίονες μεταξύ παραστάδων και διάζωμα με γλυπτές μετόπες. Στο εσωτερικό υπήρχαν δύο δίτονες κιονοστοιχίες επτά κιόνων και υπερώα στα πλάγια κλίτη, όπου μπορούσε να ανέβει ο επισκέπτης και να θαυμάσει από κοντά το χρυσελεφάντινο άγαλμα του φειδιακού Δία, που είχε ύψος μαζί με το βάθρο του,12,40 μ. Ο θεός, καθισμένος σε θρόνο και στεφανωμένος με κλωνάρι ελιάς, κρατούσε Νίκη στο δεξί χέρι και σκήπτρο με αετό στο αριστερό. Το ιμάτιο και τα σανδάλια ήταν από ελάσματα χρυσού, τα γυμνά μέρη του σώματος και το πρόσωπο ήταν από ελεφαντοστούν, ενώ χρυσός και πολύτιμοι λίθοι κοσμούσαν το θρόνο με τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο (Νίκες, Χάριτες, Ώρες, Σφίγγες, θεοί, ήρωες, μύθοι). Τον επόμενο αιώνα, τον 4o π.Χ., αναπτύχθηκε εντατική οικοδομική δραστηριότητα μέσα στο ιερό, παρά την πρόσκαιρη απειλή των Aρκάδων και των Πισατών, τους οποίους έδιωξαν τελικά από το ιερό οι Ηλείοι το 364 π.Χ. με φονική μάχη. Αυτή την εποχή χτίστηκαν ο τρίτος ναός του ιερού, ο ναός της Μητέρας των θεών (Μητρώον), δωρικός περίπτερος με 6 x 11 κίονες, διαστάσεων 20,67 x 10,62 μ. και ύψος 7,50 μ. (στους ρωμαϊκούς χρόνους χρησιμοποιήθηκε ως ναός του Αυγούστου)· το Φιλιππείον, χτίσμα του Φιλίππου B’ μετά τη μάχη της Χαιρωνείας (338 π.Χ.)· ένα κυκλικό περίπτερο οικοδόμημα διαμέτρου 15,24 μ. με 18 ιωνικούς κίονες και στο εσωτερικό 9 κορινθιακούς ημικίονες και ημικυκλικό βάθρο, με 5 χρυσελεφάντινα αγάλματα της μακεδόνικης βασιλικής οικογένειας· ο θεηκολεών (μέσα του αιώνα), το ενδιαίτημα του ιερατείου, με 8 δωμάτια γύρω από μια κεντρική περίστυλη αυλή· η Στοά της Hχούς (λίγο μετά το 350 π.Χ.), που ονομαζόταν αρχικά Ποικίλη εξαιτίας της ζωγραφικής διακόσμησης των τοίχων της, μήκους 96,50 μ. και πλάτους 12,50 μ., με σειρά 44 δωρικών κιόνων, εσωτερική ιωνική κιονοστοιχία και σειρά δωματίων προς το μέρος του Σταδίου· το νοτιοανατολικό κτίριο, που ήταν ίσως το Πρυτανείον των Πισατών (σώζονται τα θεμέλια κτιρίου με 4 τετράγωνα δωμάτια στη σειρά και με στοά σε σχήμα Π προς το μέρος της Άλτεως), αλλά μεγάλο μέρος του καταστράφηκε για να εγκατασταθεί εκεί η έπαυλη του Νέρωνα· η Νότια Στοά (365 π.Χ.), μνημειώδης είσοδος του ιερού από την πλευρά του Αλφειού μήκους 80 μ., με 34 δωρικούς κίονες στα Ν και εσωτερική κιονοστοιχία· το Λεωνίδαιον, μεγαλοπρεπής ξενώνας, που τον έχτισε (330-320 π.Χ.), με έξοδά του ο πλούσιος Νάξιος Λεωνίδης (ανακαινίστηκε επί Αδριανού), διαστάσεων περίπου 80 x 73μ., με σειρά δωματίων γύρω από κεντρική περίστυλη αυλή και, εξωτερική κιονοστοιχία 138 ιωνικών κιόνων. Στον ίδιο αιώνα κατασκευάστηκε το τρίτο Στάδιο για το οποίο έγινε λόγος προηγούμενα), αλλά αναφαίνονται και οι Ζάνες, τα χάλκινα αγάλματα του Δία που κατασκευάζονταν από πρόστιμα με τα οποία τιμωρούσαν τους αθλητές για δωροδοκία: βάθρα τέτοιων αγαλμάτων σώζονται μπροστά από την είσοδο του Σταδίου. Στους ελληνιστικούς χρόνους (3ος-1ος αι. π.Χ.) χτίστηκαν τα εκτεταμένα συγκροτήματα της Παλαίστρας και του Γυμνάσιου. Η Παλαίστρα, που χτίστηκε το 200 π.Χ., ήταν ένα τετράγωνο πλευράς περίπου 66 μ., με κεντρική περίστυλη αυλή και γύρω αποδυτήρια, λουτρά, εντευκτήρια φιλοσόφων και ρητόρων, χώρους άσκησης των αθλητών. Το Γυμνάσιο, που χτίστηκε λίγο μετά την Παλαίστρα, ήταν ένας ορθογώνιος ανοιχτός χώρος μήκους 200 μ. με πρόπυλο στη νοτιοανατολική γωνία και δωρικές στοές στις τέσσερις πλευρές για την άσκηση αθλητών ελαφρών αγωνισμάτων (δρόμου και ρίψεων). Από αυτό το σημείο και μετά η οικοδομική δραστηριότητα στην Ο. ανακόπηκε. Ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια οι αγώνες είχαν αρχίσει να μεταβάλλονται σε εντυπωσιακές αθλητικές επιδείξεις. Με τη ρωμαϊκή κατάκτηση και την πολιτική παρακμή της χώρας η Ο. έχασε πια τον χαρακτήρα της και ελάχιστα νέα κτίρια ιδρύθηκαν. Το 160 π.Χ. με δαπάνες του Ηρώδη του Αττικού χτίστηκε το Νυμφαίον ή Εξέδρα Ηρώδου του Αττικού. Μια ημικυκλική δεξαμενή στο πίσω ψηλότερο μέρος, με κόγχες στολισμένες με τα αγάλματα των μελών της οικογένειας του δωρητή και των αυτοκρατορικών οικογενειών, διοχέτευε το νερό σε χαμηλότερη μακρόστενη δεξαμενή με δύο κυκλικά περιστύλια στα άκρα της. Ολόκληρο το κτίσμα ήταν επενδυμένο με μάρμαρο. Πίσω από την παλαιοχριστιανική εκκλησία σώζονται τα ερείπια δύο ρωμαϊκών ξενώνων με συγκροτήματα γύρω από αυλές. Άλλα θεμέλια, βορειότερα, ανήκουν σε λουτρά. Σώζεται επίσης ρωμαϊκού τύπου λουτρό με υπόκαυστο του 100 π.Χ. και, κοντά στην όχθη του Κλαδέου, οι τοίχοι μεγαλοπρεπών ρωμαϊκών θερμών επίσης του 100 π.Χ. Βορειότερα βρέθηκαν και άλλα θεμέλια που ανήκουν σε λουτρά, παλαιότερα. Σώζονται δύο δωμάτια με χτιστούς λουτήρες του 5ου και του 4ου αι. π.Χ., ενώ ένα κυκλικό θεμέλιο δυτικά του θεηκολεώνα ανήκει σε λουτρό εφίδρωσης του 5ου αι. Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ο. υπέστη μόνο καταστροφές· όσο που εξαφανίστηκε εντελώς. Στον 5o αι. μ.Χ. χτίστηκε η σωζόμενη σήμερα βασιλική, κάτω από την οποία η αρχαιολογική έρευνα ανακάλυψε το εργαστήριο του Φειδία: βρέθηκαν τα θεμέλια ενός κτιρίου με τις διαστάσεις ακριβώς του ναού του Δία. Εδώ είχε στήσει ο Φειδίας το ικρίωμα με το χρυσελεφάντινο άγαλμα που κατασκεύασε. Στη σειρά των δωματίων που βρέθηκαν νοτιότερα και που ήταν τα καθαυτό εργαστήρια βρέθηκαν πήλινα καλούπια και ποσότητες ελεφαντοστού, υαλόμαζας, χρωμάτων και διάφορα εργαλεία καθώς και η πήλινη οινοχόη με την επιγραφή ΦΕΙΔΙΟΕΙΜΙ (είμαι του Φειδία). Ανασκαφικά ευρήματα. Οι ανασκαφές της Ο. έφεραν στο φως χιλιάδες κινητά ευρήματα, πολλά από τα οποία ανήκουν στα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Συγκεντρωμένα στο μουσείο της O., τα περισσότερα είναι αναθήματα-προσφορές ατόμων ή πόλεων· τα υπόλοιπα ανήκαν στη διακόσμηση των κτιρίων του ιερού. Από τη γεωμετρική εποχή (9ος-8ος αι. π.Χ.) έχουν σωθεί χιλιάδες πήλινα και χάλκινα ειδώλια (μικρογραφικά ομοιώματα) ζώων, κυρίως αλόγων και ταύρων, και ανθρώπων, κυρίως πολεμιστών. Πολλές από τις μορφές αυτές αποδίδουν ίσως και τον τύπο του πρώτου λατρευτικού αγάλματος του Δία, που στεγαζόταν μέσα στο Ηραίον. Από την αρχαϊκή εποχή (7ος-6ος αι. π.Χ.) είναι αξιοσημείωτος ο μεγάλος αριθμός χάλκινων όπλων: βρέθηκαν ολόκληρες πανοπλίες, που είχαν στηθεί ως τρόπαια στα πρανή του Σταδίου, προσφορές νικητών στο Δία, τον χορηγό της νίκης. Τα χάλκινα αγαλμάτια της εποχής αυτής παριστάνουν θεούς, πρόσωπα της μυθολογίας, φανταστικά όντα, αθλητές. Πολλά ήταν αυτοτελή αναθήματα, άλλα διακοσμούσαν χάλκινα σκεύη, κυρίως μεγάλους λέβητες. Χάλκινα ελάσματα με ανάγλυφες μυθολογικές παραστάσεις και διακοσμητικά θέματα προέρχονται από τη διακόσμηση ξύλινων κιβωτίων. Από το τέλος της αρχαϊκής εποχής σώθηκαν επίσης πολλά δείγματα πλαστικής σε πηλό. Πρόκειται κυρίως για συμπλέγματα μορφών (Δίας και Γανυμήδης, πολεμιστές, Γιγαντομαχία) που ήταν στημένα μέσα στην Άλτι επάνω σε βάθρα ή αποτελούσαν μέρος από την πήλινη διακόσμηση κτιρίων. Σε πολλά αξιόλογα δείγματα της πήλινης αυτής αρχιτεκτονικής διακόσμησης (γείσα, ακροκέραμοι κ.ά.) διατηρούνται θαυμάσια τα χρώματα. Οι πρώιμοι κλασικοί χρόνοι, και συγκεκριμένα η δεκαετία 465-455 π.Χ., εκπροσωπούνται με τα γλυπτά του ναού του Δία, που αποτελούν έναν από τους σπουδαιότερους σταθμούς στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Το θέμα του ανατολικού αετώματος αναφέρεται στη μυθική αρματοδρομία που κατάληξε στην ήττα και στον θάνατο του βασιλιά της Πίσας Οινομάου από προδοσία του ηνίοχου του Μυρτίλου, και στη νίκη του νεαρού Πέλοπα, ο οποίος μαζί με τη νίκη κέρδισε τον θρόνο και την κόρη του Οινομάου Ιπποδάμεια. Η σκηνή της προετοιμασίας της μοιραίας αρματοδρομίας παρουσιάζει τον Δία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών του δράματος, την Ιπποδάμεια και τη μητέρα της Στερόπη, τους υπηρέτες, τον ηνίοχο, τους δύο μάντεις, τα άρματα των ανταγωνιστών. Στις γωνίες παριστάνονται οι προσωποποιήσεις των ποταμών Κλαδέου και Αλφειού. Η σύνθεση του δυτικού αετώματος απεικονίζει το γνωστό επεισόδιο της Κενταυρομαχίας, με τον Απόλλωνα στη μέση, τιμωρό της ύβρης και θεό της τάξης δεξιά και αριστερά τον Θησέα και τον Πειρίθου επικεφαλής των μαχόμενων Κένταυρων. Τις μετόπες του πρόδομου και του οπισθόδομου διακοσμούσαν οι άθλοι του Ηρακλή, του πανελλήνιου ήρωα. Για πρώτη φορά είχε απεικονιστεί εδώ πλήρης και στην κανονική του μορφή ο κύκλος του δωδέκαθλου. Ένα από τα σπουδαιότερα σωζόμενα πρωτότυπα γλυπτά των κλασικών χρόνων είναι η Νίκη, της οποίας το βάθρο υψώνεται μπροστά από τη νοτιοανατολική γωνία του ναού του Δία. Έργο του Παιώνιου από τη Μένδη της Χαλκιδικής, ήταν, σύμφωνα με τις επιγραφές του βάθρου, ανάθημα των Μεσσήνιων και των Ναυπακτίων από τα λάφυρα της νίκης στη Σφακτηρία το 425 π.Χ. Τη μεγαλύτερη φήμη από όλα τα ευρήματα των ανασκαφών της Ο. έχει αποκτήσει ο Ερμής, ως πρωτότυπο έργο του Πραξιτέλη. Ο θεός απεικονίζεται αναπαυόμενος κατά το μακρινό ταξίδι του προς τη Νύσα, όπου μετέφερε βρέφος τον Διόνυσο για τον αναθρέψουν οι Νύμφες. Έργο του 330 π.Χ., έχει υποστεί ορισμένες επισκευές στα ρωμαϊκά χρόνια και βρέθηκε το 1877 μέσα στο Ηραίον. Από τη ρωμαϊκή εποχή έχουν σωθεί εικονιστικοί ανδριάντες Ρωμαίων αυτοκρατόρων και αξιωματούχων. Αναπαράσταση του ιερού της Ολυμπίας. Επί χίλια χρόνια υπήρξε το σύμβολο προς το οποίο έτειναν οι ευγενέστερες φιλοδοξίες του αρχαίου ελληνικού κόσμου και ο τόπος όπου βασικά ενσαρκώθηκε η ιδέα του καλού καγαθού. Η μεγάλη ακμή της άρχισε από το 776 π.Χ. με τον Ηλείο βασιλιά Ίφιτο, δέχτηκε το θανάσιμο πλήγμα από τους Ερούλους το 267 μ.Χ. και έσβησε το 426 μ.Χ., όταν το τελευταίο όρθιο κτίσμα, ο ναός του Δία, παραδόθηκε στις φλόγες με διάταγμα του Θεοδόσιου B’. Η σύνθεση του ανατολικού αετώματος του ναού του Δία έχει ως θέμα τη μυθική αρματοδρομία του θρυλικού βασιλιά της Πίσας Οινόμαου και του νεαρού Πέλοπα, που έφερε, με την προδοσία του ηνίοχου Μυρτίλου, στον πρώτο την ήττα και το θάνατο και στο δεύτερο το θρόνο και τη θυγατέρα του Οινόμαου Ιπποδάμεια. Ο Ζευς, κύριος του ιερού, εικονίζεται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του μύθου: τον αγέρωχο Οινόμαο και τη σύζυγό του Στερόπη δεξιά, το νεαρό Πέλοπα και την Ιπποδάμεια αριστερά. Πήλινο σύμπλεγμα του Δία με το Γανυμήδη. Αποτελούσε την επίστεψη στο αέτωμα άγνωστου μικρού κτίριου της Άλτης και τα κομμάτια του βρέθηκαν σκορπισμένα σε διάφορα σημεία της Άλτης και του Στάδιου (Μουσείο Ολυμπίας). Το άγαλμα του Ερμή, με το βρέφος Διόνυσο, που βρέθηκε το 1877 στο Ηραίον. Τα γλυπτά του ναού του Δία (η κατασκευή του είχε τελειώσει το 456 π.Χ.). H σύνθεση του δυτικού αετώματος που απεικονίζει το γνωστό επεισόδιο της Κενταυρομαχίας. Στην πάλη ανάμεσα στις αχαλίνωτες δυνάμεις της φύσης, που τις ενσάρκωναν οι κένταυροι, και στις δυνάμεις του οργανωμένου «κόσμου», που τις εκπροσωπούν οι λαπίθες, η επιβλητική μορφή του Απόλλωνα, θεού του φωτός και της τάξης, οδηγεί τους ήρωες στην τιμωρία της «ύβρεως». Λεπτομέρεια από τη σύνθεση του δυτικού αετώματος. Ο αρχηγός των Κενταύρων Ευρυτίων αρπάζει τη Διηδάμεια τη μνηστή του Πειρίθη, κατά το συμπόσιο των γάμων της (Μουσείο Ολυμπίας). Μορφή από τη σύνθεση του ανατολικού αετώματος του ναού του Δία: ο μάντης του βασιλικού οίκου του Οινόμαου, προβλέπει με απόγνωση την έκβαση της αρματοδρομίας (Μουσείο Ολυμπίας). Από τα λάφυρα του πολέμου εναντίον των Σπαρτιατών στα Σφακτήρια το 425 π.Χ. οι Μεσσήνιοι και οι σύμμαχοί τους Ναυπάκτιοι ύψωσαν πάνω σε βάθρο ύψους εννέα μέτρων μαρμάρινο άγαλμα Νίκης, ευχαριστήρια προσφορά στο Δία μπροστά στη νοτιοανατολική γωνία του ναού. Έργο του Παιωνίου από τη Μένδη της Χαλκιδικής, το άγαλμα αυτό θεωρείται μοναδικό στην ιστορία της αρχαίας τέχνης: ποτέ άλλοτε δεν αποδόθηκε με τοση επιτυχία η ιπτάμενη μορφή ως μνηνειώδες περίοπτο έργο. Η μετόπη του Άτλαντα? στο άκρο δεξιά εικονίζεται ο Άτλας κρατώντας τα μήλα των Εσπερίδων, στη μέση ο Ηρακλής υποβαστάζοντας τον ουράνιο θόλο και αριστερά η Αθηνά που του συμπαραστέκεται. Χάλκινο έλασμα με έκτυπη παράσταση ενός γνωστού επεισοδίου της Κενταυρομαχίας: δύο κένταυροι καταχώνουν με κλαδιά δέντρων τον άτρωτο λαπίθη Καινέα. Το χάλκινο αυτό έλασμα προέρχεται από την επένδυση ενός ξύλινου κιβωτίου και χρονολογείται στο 650 π.χ. περίπου (Μουσείο Ολυμπίας). Πήλινη οινοχόη, στη βάση της οποίας είναι χαραγμένη η επιγραφή ΦΕΙΔΙΟΕΙΜΙ (είμαι -ιδιοκτησία- του Φειδία). Το αγγείο βρέθηκε στο εργαστηρίο του Φειδία? χρονολογείται στο 430 π.Χ. και βεβαιώνει την παρουσία του Φειδία. Κάτω από τη χριστιανική εκκλησία του 5ου μ.Χ. αιώνα στο ιερό της Ολυμπίας, η αρχαιολογική έρευνα aνακάλυψε τα θεμέλια του εργαστηρίου όπου ο Φειδίας κατασκεύασε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία. Στο ίδιο εργαστήρι βρέθηκαν υπολείμματα των υλικών κατασκευής του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Δία, πήλινες μήτρες για την επεξεργασία της επένδυσης του αγάλματος και εργαλεία, όπως αυτά που εικονίζονται. Η προτομή σειρήνας που εικονίζεται εδώ είναι ελληνικό έργο των αρχών του 7ου π.Χ. αι. και προέρχεται από τη διακόσμηση αναθηματικού λέβητα αvατολίζοντος τύπου (Μουσείο Ολυμπίας). Το στάδιο της Ολυμπίας, όπως έχει αποκατασταθεί σήμερα, σώζει τη μορφή που πήρε στους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους. Έχει αναχώματα στις τέσσερις πλευρές και στίβο μήκους 192,27 μέτρων, δηλαδή ενός ολυμπιακού στάδιου ή 600 ποδών μεταξύ των γραμμών της άφεσης και του τέρματος. Απέναντι από την εξέδρα με τα καθίσματα των ελλανοδικών και άλλων επίσημων σώζεται ο βωμός της Δήμητρας Χαμύνης, από όπου παρακολουθούσε τους αγώνες η ιέρεια της θεάς, η μόνη γυναίκα που είχε αυτό το δικαίωμα. Η ανατολική στοά του Γυμνάσιου: εδώ έκαναν τις ασκήσεις τους οι δρομείς. Η ανατολική πλευρά της Παλαίστρας: πίσω από την αναστηλωμένη κιονοστοιχία, που ανοίγεται προς την κεντρική αυλή, υπάρχει σειρά 19 δωματίων, ενδιαιτήματα αθλητών, λουτρά, αίθουσες ασκήσεων. Η είσοδος για του ελλανοδίκες και τους αθλητές στη βορειοανατολική γωνία της Άλτης (φωτ. Όθωνα Τσουνάκου). Οι κολόνες από τη νότια πλευρά του πτερού του ναού έχουν μείνει στη θέση όπου έπεσαν με τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 6ου μ.Χ. αι. Ο ναός του Δια ήταν ο δεύτερος χρονολογικά μεγάλος ναός του ιερού (είχε τελειώσει το 456 προ Χριστού), κτίσμα των Ηλείων. Ο σηκός του χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες με εφτά κολόνες. Ο ναός της Ήρας στην αρχαία Ολυμπία, όπως είναι σήμερα. Ο αρχαιότερος ναός της Ήρας ήταν περίπτερος δωρικός και σ’ αυτόν υπήρχαν, στο βάθος του σηκού, τα λατρευτικά αγάλματα της θεάς. O ναός της Ήρας, ο πρώτος μεγάλος ναός του ιερού, κτίσμα των Πισατών των αρχών του 6ου π.Χ. αι., είχε αρχικά πτερό με ξύλινες κολόνες. Με την πάροδο των αιώνων τις αντικατέστησαν με πέτρινες, που στα κομμάτια τους που σώζονται να απεικονίζεται η εξελικτική πορεία της αρχιτεκτονικής μορφής της δωρικής. Δεξιά διακρίνεται ένα μέρος της ημικυκλικής δεξαμενής της εξέδρας του Ηρώδη και η μαρμάρινη φιάλη της κολόνας.
* * *
η (Α Ὀλυμπία, και Οὐλιμπία) [Όλυμπος]
μικρή πεδιάδα τής Ηλείας όπου τελούνταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες κατά την αρχαιότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ὀλυμπία — Ὀλυμπίᾱ , Ὀλυμπία Olympia fem nom/voc/acc dual Ὀλυμπίᾱ , Ὀλυμπία Olympia fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ὀλυμπίᾱ , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc nom/voc/acc dual Ὀλυμπίας the WNW. wind masc voc sg Ὀλυμπίᾱ , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc voc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλυμπία — ὀλυμπίᾱ , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc nom/voc/acc dual Ὀλυμπίας the WNW. wind masc voc sg ὀλυμπίᾱ , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc voc sg (attic) ὀλυμπίᾱ , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc gen sg (doric aeolic) Ὀλυμπίας the WNW. wind masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὀλύμπια — Olympia neut nom/voc/acc pl Ὀλύμπιος Olympian neut nom/voc/acc pl Ὀλυμπιεῖον temple of Olympian Zeus neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ολύμπια — Αρχαίο θρησκευτικό κέντρο στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, όπου υπήρχε περίφημο ιερό του Δία και όπου γεννήθηκαν και διεξάγονταν έως το 393 μ.Χ. οι Ολυμπιακοί αγώνες. Επί χίλια και πλέον χρόνια η Ο. υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένα ιερό: υπήρξε… …   Dictionary of Greek

  • Ὀλυμπίᾳ — Ὀλυμπίαι , Ὀλυμπία Olympia fem nom/voc pl Ὀλυμπίᾱͅ , Ὀλυμπία Olympia fem dat sg (attic doric aeolic) Ὀλυμπίαι , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc nom/voc pl Ὀλυμπίᾱͅ , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ολυμπία — Sp Olimpija Ap Ολυμπία/Olympia L PV Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • ὀλυμπίᾳ — ὀλυμπίαι , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc nom/voc pl ὀλυμπίᾱͅ , Ὀλυμπίας the WNW. wind masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὀλυμπιά — Ὀλυμπιάς Olympian fem voc sg Ο)λυμπιάς Olympian fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αρχαία Ολυμπία — Sp Archėja Olimpijà Ap Αρχαία Ολυμπία/Archaia Olympia L PV Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Αρχαία Ολυμπία — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 1.286 κάτ.) του νομού Ηλείας. Βρίσκεται Α του Πύργου και σε απόσταση περίπου 23 χλμ. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.